28.7 C
Amaliáda
Πέμπτη, 25 Ιουλίου, 2024
ΑρχικήΑπόψειςΚρινιώ Νομικού: Η «χρυσή» της πανοπλία…

Κρινιώ Νομικού: Η «χρυσή» της πανοπλία…

Σχετικές ιστορίες

Ξεκινούν οι αιτήσεις για τις ΣΑΕΚ της ΔΥΠΑ

Ξεκινούν οι αιτήσεις για τις 30 Σχολές Ανώτερης Επαγγελματικής...

Η Μαρίνα Σάττι στο Θέατρο Φλόκα

Η καλλιτέχνης που μας απασχόλησε όσο καμία άλλη τον...

Έκκληση για ορθολογική χρήση του νερού από τη ΔΕΥΑ Πηνειού

Στο πλαίσιο της προσπάθειας εξοικονόμησης υδάτινων πόρων, εν μέσω...

Το νέο Διοικητικό Συμβούλιο του Εκπολιτιστικού και Εξωραϊστικού Συλλόγου Βρίνας

Αρχαιρεσίες στον Εκπολιτιστικό και Εξωραϊστικό Σύλλογο Βρίνας, αφού τα...
spot_img

Είχε ένα χρυσό φόρεμα. Μια φορεσιά ολόχρυση. Με τα χέρια της την είχε υφάνει. Με νήματα χρυσά την είχε πλέξει και την είχε πλουμίσει με χίλια – δυο στολίδια.
Την κοίταζε πάνω στην κούκλα που αναπαυόταν όταν ήταν μόνη, μακριά από τα μάτια του κόσμου και σκεφτόταν, βασάνιζε το μυαλό της τι άλλο, τι περισσότερο, τι πιο πολύ να βάλει πάνω της. Πόσα περιττά και κούφια πλουμίδια να τη φορτώσει.
Για να τους αρέσει. Για να την αποδεχτούν. Για να έχει θέση ισχυρή αλλά κάλπικη στην ανούσια πραγματικότητά τους. Ίσως και για να τη φοβούνται ακόμα. Ναι, ακόμα κι αυτό της έκανε. Να τους επιβάλλει να τη σέβονται διά του φόβου. Να τους επιβάλλει ένα σεβασμό χωρίς ουσία.
Όσο για να την αγαπήσουν; Μα, ελάτε τώρα, αυτό προϋποθέτει να σε ξέρουν. Να σε γνωρίσουν. Να δουν ποια είσαι. Κι από εκείνη, η ίδια είχε αποφασίσει να ξέρουν όλοι μόνο εκείνο το χρυσοπλεγμένο φόρεμα. Τίποτα άλλο. Τίποτα από εκείνη.
Και δεν την ένοιαζε. Ίσα – ίσα, ένιωθε προστατευμένη. Ένιωθε πως έτσι έπρεπε. Γιατί δεν το ήξερε πώς είναι να σε ξέρουν. Δεν της το έδειξε, δεν της το έμαθε κανείς. Ποτέ. Πόσο μάλλον να σε αγαπήσουν. Να σε αγαπήσουν γι’ αυτό που είσαι. Στ’ αλήθεια.
Ώσπου ξαφνικά, ένα απόβραδο, εκεί που πίστευε πως ήταν μόνη, προστατευμένη στα τείχη της, αφημένη, γυμνή, απροσποίητη και απροστάτευτη, με την αλήθεια της και μόνο, κάποιος, εκείνος, ένας περαστικός διαβάτης που η μοίρα τον έφερε ως εκεί και κάποιο μυστήριο ένστικτό τον έσπρωξε να σκαρφαλώσει στα τείχη, την είδε.
Και δεν την έχασε πια από τα μάτια του. Αφουγκραζόταν κάθε της κίνηση. Έπινε κάθε της αναπνοή. Γέμιζε τα μάτια του με εκείνη. Την ψυχή, τα μέσα του πλημμύριζε με ό,τι εκείνη απέπνεε. Με όσα ήταν.
Δεν τον είχε αντιληφθεί. Δεν είχε συνειδητοποιήσει καν μια παρουσία κοντά της. Κι όταν τον είδε…
Με πανικό από τα έγκατα, με φόβο και θυμό απελπισμένο ανάκατα να την πνίγουν, έτρεξε να ντυθεί ξανά τη φορεσιά της. Να αρπαχτεί από εκείνη. Να κρυφτεί πίσω της. Να κρυφτεί από τα μάτια του, μα κυρίως από την ψυχή του. Στη χρυσή πανοπλία της.
Δεν την άφησε.
Δυο λόγια του έφταναν.
«Δεν τη βλέπω. Ποτέ δε θα τη δω. Γιατί εγώ ξέρω ποια είσαι. Εσύ. όχι αυτό το πράγμα. Δεκάρα δε δίνω ποια αναγκάζεις τον εαυτό σου να φαίνεσαι.

spot_img

Εγγραφείτε

- Αποκτήστε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενό μας

- Αποκτήστε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενό μας

- Παραλάβετε καθημερνά την εφημερίδα Ενημέρωση στο σπίτι ή στο γραφείο

Τελευταίες Δημοσιεύσεις

error: Το περιεχόμενο προστατεύεται!!